ΠΟΙΗΣΗ - ΙΣΤΟΡΙΑ - ΑΦΙΕΡΩΣΕΙΣ - ΔΗΜΟΤΙΚΑ - ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ - ΑΥΘΕΝΤΙΚΕΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΙΣ - ΕΜΜΕΤΡΑ ΕΠΙΚΑΙΡΑ :
Παρασκευή 3 Μαΐου 2019
Πέμπτη 2 Μαΐου 2019
Τετάρτη 1 Μαΐου 2019
Τετάρτη 24 Απριλίου 2019
Τα Φούμαρα: για τις εκλογές
Τα Φούμαρα:
Ποιος
μας πουλάει φούμαρα, και εμείς όπως οι χάνοι,
τα
χάφτουμε αμάσητα, αυτά που οι λαοπλάνοι,
μας
λένε, μας υπόσχονται, κάνουν τσαντίρι Κάστρο
και
για να πείθουν φαίνεται έχουν μεγάλο άστρο.
******
Τέτοια
πειθώ οι άτιμοι, πως να το εξηγήσω
κάνουν
το τίποτα τρανό, πρέπει να ομολογήσω.
τ'
ασήμαντα τεράστια, κι ας βρήκαν, λεν, εμπόδια
κι
εμείς ξανά ψηφίζουμε, καλά μας λένε βόδια.
******
Όταν
κι αν έρθουν εκλογές, να το προσέξουν όλοι
κι
αυτοί που είναι στα χωριά και όσοι ζουν στην πόλη.
Η
Ψήφος είναι δύναμη και μόνο αυτή μας μένει
να
το σκεφτούμε σοβαρά μην βγούμε γελασμένοι.
Μίμης
Οικονόμου
Κυριακή 21 Απριλίου 2019
21 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967 (πέρασαν από τότε 52 χρόνια)
21
ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967
(πέρασαν από τότε 52 χρόνια)
όλοι με λίγες εξαιρέσεις βοήθησαν ή αδράνησαν στην επιβολή
να γίνει η Δικτατορία
Εκείνο
το ξημέρωμα κάτι μου θύμιζε, κάπου το είχα ξαναδεί η ασυνήθιστη κίνηση μέσα
στους δρόμους των Στρατιωτικών αυτοκινήτων, τα δημοτικά τραγούδια στο
ραδιόφωνο,
Και
κηρύχτηκε στρατιωτικός νόμος καθ άπασα
την επικράτεια, κάτι ήθελαν να πουν τι όμως; Βασάνιζα την σκέψη μου, βασάνιζα την σκέψη μου να θυμηθώ, αλλά μάταια.
Κάτι
θολούρες, κάτι βροντές, κάτι σαν ράους, κάτι σκοτεινοί θάλαμοι, αλλά μακριά,
αχνά
μπερδεμένα.
Τότε σκέφτηκα να πάω στα γραφεία της ΕΔΑ,
να ρωτήσω, Αυτοί με την μεγάλη τους πείρα, που είχαν, θα μου έλεγαν τι
συμβαίνει. Περνώντας βιαστικά μπροστά από το Αστυνομικό τμήμα (Ασφαλείας
Τρικάλων ) στην οδό Ασκληπιού είδα ένα μπουλούκι αστυνομικών να
μουρμουρίζουν συνωμοτικά, όμως ακαταλαβίστικα. Ούτε σκέψη να σταματήσεις να
ρωτήσεις, όπως τους έβλεπα πρώτη φορά να φουσκώνει το μπουφάν τους, από το
περίστροφο που είχαν στο πίσω μέρος του παντελονιού τους. Τρέχοντας ανέβηκα τις
σκάλες να φτάσω τα γραφεία της ΕΔΑ που ήταν απέναντι από την κεντρική πλατεία (τότε Αμερικανών) τώρα πολυτεχνείου, Δεξιά
της πλατείας όπως έρχεσαι από την Κεντρική
Γέφυρα του Ληθαίου, Άνοιξα την πόρτα μπροστά μου Ο Βαγγέλης Παπαναστάσης με το πλατύ του χαμόγελο Οι Γιώργος Βαρδούλης, Γιώργος Τέλιος, Γιώργος
Ευαγγελάκος, Γιάννης Λέων, και ο Βουλευτής Τάκης Παπανικολάου Παραξενεύτηκαν που με είδαν πρωί, πρωί εκεί και
με ρώτησαν
-- Τι συμβαίνει;
-- Κηρύχτηκα στρατιωτικός
νόμος, λέει το ραδιόφωνο, τους είπα Και στρατιωτικά
αυτοκίνητα
γυρίζουν στους δρόμους τι θα πει αυτό;
-- Αλήθεια λες;
-- Ανοίξτε το ραδιόφωνο το
λέει συνέχεια,
Πράγματι
άνοιξαν το ραδιόφωνο, έστησαν όλοι αυτί να ακούσουν και μόλις άκουσαν τον
σπήκερ να λέει αυτά που πριν από λίγο τους είχα πει, μου είπαν
-- Έγινε Δικτατορία γρήγορα
να κάψεις ότι ονόματα. έχετε γραμμένα στην λέσχη. (Και
εννοούσε την Λέσχη των Λαμπράκηδων) Σε
λίγο θα έρθει η Αστυνομία
Οι μεγάλοι
άρχισαν να καίνε στην σόμπα που είχαν κάτι χαρτιά.
Εκεί άκουσα την λέξη δικτατορία για πρώτη φορά και γυρίζοντας να φύγω
ξεκαθάρισαν στην σκέψη μου τι μου θύμιζαν όλα αυτά. Θυμήθηκα αυτά που μου
έλεγαν για Πάγκαλο, για Μεταξά. Ακόμα μου θύμισε εκείνο το μουντό πρωινό, Την κατοχή, από τα φίλμ
που βλέπαμε στον Κινηματογράφο, τους βομβαρδισμούς, το περίεργο βάδισμα των
Γερμανών. Τότε
πέρασαν
(από την σκέψη μου χίλιες διαφορετικές εικόνες)
από τα γραφεία μέχρι να φτάσω στην Λέσχη που ήταν Ασκληπιού εκεί στο οίκημα του
Ιάσονα Τσουμένη στα τρία Δένδρα. από
την Αρχή στην γωνία δηλαδή ήταν ο Φούρνος του Κ. Τσιουμπέκου,
το
Ζαχαροπλαστείο του Χρ. Κατσιάβα, το
Εργαστήρι ραδιοφώνων Μίμη Οικονόμου
Η
Λέσχη των Λαμπράκηδων και το
Καθαριστήριο των Ανδρέα Κορδά & Θαν.
Κάκκια.
Άνοιξα
την πόρτα του μαγαζιού τους και φώναξα τον Ανδρέα, να κάνουμε πως δεν συμβαίνει
τίποτα. Βάζοντας φωτιά σε ένα τετράδιο (που είχαμε γραμμένα ονόματα από
παραγωγούς σταριού. της περιοχής μας να μαζέψουμε σιτάρι στο θερισμό και να το
στείλουμε σαν Νεολαία στη Ινδία που τότε πεθαίνανε από λιμό) Αλλά ενώ καίγονταν
το τετράδιο με τα ονόματα εμείς παίζαμε πινγκ-πονγκ.
Αυτό δείχνει πως το μέγεθος της συμφοράς που ερχότανε ούτε καν το
συνειδητοποιήσαμε, ούτε τι μας επιφύλασσε εκείνο το παιχνίδι. Εκείνη την στιγμή
παρά τις συμβουλές των μεγάλων, κανένας ποτέ δεν μας είχε πόσο μεγάλο τέρας
είναι μία δικτατορία. Δεν θα
αργούσαμε να το δούμε. το καταλάβαμε το ίδιο βράδυ εκείνης της μέρας.
Κατά
της 11 η ώρα είδαμε μεγάλη κίνηση στο Τμήμα Ασφαλείας Τρικάλων που ήταν και
αυτό στην οδό Ασκληπιού, Κάποιους πολίτες ανάμεσα σε δεκάδες χωροφύλακες. Είχαν
συλλάβει τους μεγάλους. Όταν πήγαν να τους πιάσουν μπήκαν στα γραφεία
ο Βασίλης Καπερώνης, ο
Γιώργος Λυκουργιάς και κάποιοι άλλοι, Τότε ο Γιώργος Βαρδούλης που
ήταν ο γραμματέας είπε:
-Τι συμβαίνει Βασίλη;
- Άστα Γιώργο χεστέα
υπόθεση, του απάντησε
- Για πρώτη φορά σε πιστεύω,
θα μας βάλετε χειροπέδες;
- Όχι πάμε έτσι, τους
κατέβασαν από τα γραφεία όλους τους βάλανε στο αμάξι της
Χωροφυλακής
και τους κατέβασαν μπροστά στην Ασφάλεια. Φαντάροι οπλισμένοι, και
χωροφύλακες
άφηναν να φουσκώνει επιδεκτικά το περίστροφο. Τίποτα δεν θύμιζε τον
χθεσινό
χωροφύλακα, τώρα ήταν αγριεμένος (εξουσία βλέπεις) γιατί κάποιοι έδειχναν
την
δύναμή τους φωνάζοντας ή σπρώχνοντας. Από μακριά παρακολουθούσαμε τα
συμβάντα
Ανάμεσα στους άλλους ξεχώριζε η θωριά του Τάκη
Παπανικολάου, ποιο
εκεί
Ο Γιώργος Βαρδούλης, Ο Βαγγέλης Παπαναστάσης, Ο Γιώργος Ευαγγελάκος,
Ο
Γιάννης Λέων, Ο Γιώργος Τέλιος και άλλοι. Γυρίσαμε πίσω μαζί με τον Ανδρέα Λέω
- Και τώρα τι γίνεται
Ανδρέα;
- Θα δούμε Απάντησε
ο Ανδρέας.
Η
Ώρα περνούσε πέρασε από μεσημέρι, Ήταν Παρασκευή και δεν ξέραμε τι να κάναμε Ούτε σπασμωδικές κινήσεις έπρεπε να
κάνουμε, να μην προκαλέσουμε τον πανικό στα άλλα παιδιά. μην δώσουμε δικαίωμα
και για την σύλληψη μας πριν βραδιάσει. Το βράδυ υπολογίζαμε κάπου να
κρυφτούμε. Απόγευμα πια, Έφυγε ο
Ανδρέας από το μαγαζί του
Σε λίγο έφυγα κι εγώ,
αλλά που να πάω; στο σπίτι θα ήταν το πρώτο μέρος που θα με
έψαχναν,
Όπως πήγαινα στην Ασκληπιού, Απέναντι από την ΔΕΥΑΤ ήταν η Κλινική του Γιώργου Παπανικολάου αδερφού του Τάκη Παπανικολάου, χωρίς να το
πολυσκεφτώ
μπήκα
μέσα βρήκα την Ρίτσα Σκούρα, δούλευε
εκεί σαν Νοσοκόμα, Η Ρίτσα με πήγε
στο δωμάτιο που είχαν οι αδελφές
Νοσοκόμες που έμειναν, αλλά και άλλαζαν, έμεινα μέχρι που άρχισε να
βραδιάζει. Το ραδιόφωνο είχε πει πως επιτρέπετε η κυκλοφορία μέχρι 7μ.μ. Μετά
της 7 θα πυροβολείτε χωρίς προειδοποίηση. Ήρθε η Ρίτσα τότε και μου είπε ότι
κινδύνευαν όλοι αν με έπιαναν εκεί μέσα. Το μέρος δεν ήταν ασφαλές
Εκείνη
την ώρα πέρναγε απ' έξω βιαστικός ο
Αποστόλης Μπαταγιάννης, όταν τον είδα άφησα την κρυψώνα μου και βγήκα να
τον προλάβω. Ο Αποστόλης ήταν μεγαλύτερος ήξερε τα Τρίκαλα καλύτερα από μένα,
Εγώ δεν είχα παραπάνω από ενάμιση χρόνο που είχα έρθει από την Αθήνα, και ίσως
ήξερε καλύτερα τι να κάνουμε.
- Πάμε να φύγουμε από την
Πόλη, μου είπε, Αμά
περάσουμε μια δυο μέρες μετά δεν
κινδυνεύουμε Τώρα στην αναμπουμπούλα είναι ο
κίνδυνος και προχωρούσαμε
Πήγαμε
να φύγουμε από τις εξόδους της πόλης προς Πυργετό,
Πύργο, Φλαμούλι, προς Αγία Μονή,
Όλα ήταν πιασμένα από ΤΕΑ όλοι οι δρόμοι ήταν μπλοκαρισμένοι
Και
οι δείκτες του Ρολογιού έδειχναν κοντά οκτώ. Κάπου πίσω από το τρένο χωρίσαμε
- Ας χωρίσουμε
λέει ο Αποστόλης εγώ θα πάω σε κάτι
αποθήκες βρες κι εσύ κάπου να
μείνεις. Εκείνη την ώρα ένιωσα αδύναμος, μόνος, απροστάτευτος σ' έναν
ατέλειωτο άδενδρο κάμπο, Με έναν καυτό Ήλιο Και από πάνω αρπαχτικά έτοιμα να
σου ξεσχίσουν τις σάρκες σου, ένα τέτοιο συναίσθημα με είχε κυριέψει. Παντού
έβλεπα φαντάρους έτοιμους να με πυροβολήσουν. Μια ησυχία τρομακτική, ο
παραμικρός θόρυβος, γίνονταν
βροντή,
όλοι είχαν κλειστή στα σπίτια τους. κάποτε πήρα την απόφαση πίσω από κάτι
μάνδρες
πηδώντας την μία μετά την άλλη έφτασα στα παλαιά εργατικά όπου ήταν ενός
γνωστού
μου και φίλου και ας ήταν μεγαλύτερος ο Γιώργος
Γελαδάρης με το μικρό του
Μαγαζάκι
εκεί στα παλιά εργατικά, παλιός αγωνιστής, αυτός θα με συμβούλευε. Πίστευα
πως
ήταν ο ποιο κατάλληλος. Με κράτησε αρκετή ώρα μου μίλησε με ηρέμισε και μου
είπε να πάω στο σπίτι μου και αν έρθουν είναι καλύτερα μια και θα έκανα παρέα
με τους παλαιούς που τους είχαν πιάσει. και δεν θα ήμουν μόνος.
Πηδώντας
πάλι κάποιους τοίχους, Μπήκα στο σπίτι, δεν είχαν έρθει ακόμα. έβαλα τις
πιτζάμες πήρα και ένα βιβλίο και υποτίθεται πως διάβαζα. Δεν είχε περάσει πολύ
ώρα
όταν ακούστηκαν μηχανές και αυτοκίνητα και σε
λίγο ο Θωμάς Μακρής ο Ασφαλίτης που
με είχε χρεωμένο, όπως λέγανε τότε, χτύπησε την Πόρτα,
- Ποιος είναι;
- Ο Θωμάς ο Μακρής είμαι
- Τι θέλεις Θωμά
- Να έρθεις να ανοίξεις την
Λέσχη
- Να σου δώσω το κλειδί Θωμά
είμαι με τις πιτζάμες.
Πράγματι
ο Θωμάς δέχτηκε να πάρει το κλειδί, το έδωσα Μα δεν άργησε να γυρίσει πως
έπρεπε
να πάω μαζί τους να είμαι παρόν,
- Έλα και σύ όπως είσαι να
ανοίξεις Τι να κάνω έβαλα τις παντούφλες και βγήκα
Τι
να δω! τα παραθυρόφυλλα των γύρω σπιτιών είχαν μια χαραμάδα να βλέπουν από μέσα
με σβησμένο φως. τι συνέβαινε στη γειτονιά της. Δεν ξέρω γιατί αλλά ένιωσα ότι
είχα την συμπάθεια όλων, Και κάπως πήρα θάρρος ήξεραν τουλάχιστον που πήγα
ποιοι με πήραν. Μηχανές της χωροφυλακής, Τζίπ, στρατιώτες, και προπαντός
Ασφαλίτες. Δεν ήμουνα τίποτα το σημαντικό, ούτε κάποιο αναρχικό στοιχείο
επικίνδυνο για να γίνει μια τέτοια επιχείρηση, Αυτό το ήξεραν, Τέτοιες στιγμές
το μυαλό τρέχει, ανακατεύει εικόνες στιγμές θέλει να βάλει σε μια λογική τάξη
όλα όσα συμβαίνουν, όλα αυτά τα υπερβολικά Μα όλο γυρνάει και .σταματά στο
φόβο, στο άγνωστο στο τι θα συμβεί. Βλέπω στο Τζιπ πως ήταν όλοι η αφρόκρεμα
της Ασφάλειας Τρικάλων. Καπερώνης,
Μαυραντωνάκης, Μακρής, Λυκουριάς, Ο οδηγός, Πριν στριμωχτώ στο τζιπ τα
παραθυρόφυλλα, της γειτονιάς, λες και επίτηδες έτρεξαν, μισάνοιξαν πολλά ζευγάρια μάτια παρακολουθούσαν τι γίνονταν, μα μου
έδιναν κουράγιο. Με στρίμωξαν στο ίδιο Τζίπ.
Όταν
φτάσαμε στη Λέσχη ο Διοικητής της Ασφάλειας Σπύρος Παναγιωτόπουλος έκανε νευρικές βόλτες, μια γρήγορη ματιά
στην ταράτσα πολλοί στρατιώτες οπλισμένοι, Γύρω στις γωνίες του δρόμου άλλοι
οπλισμένοι κι αυτοί Και έξω από την Λέσχη ασφαλίτες αρκετοί πάνω από τριάντα
άτομα. που παίζουν, με τον φόβο μου, την αγωνία μου, και το χτυποκάρδι. Και
πριν μπορέσω να καδράρω ότι βλέπω ακούω την οργισμένη φωνή του Διοικητή να λέει
ανοιξε γρήγορα Βούλγαρε, όλο το απόγευμα σε ψάχνουμε. Εκείνη την ώρα φέρανε
άλλοι ασφαλίτες και τον Θεόδωρο Κορδά, αδελφό του Ανδρέα, Τον είχαν πάρει από
το σπίτι αντί για τον Αντρέα ( Και όπως έμαθα αργότερα τον Ανδρέα τον είχαν
πιάσει ενωρίτερα του ζήτησαν να ανοίξει την Λέσχη. Ο Ανδρέας τους είπε πως το
κλειδί το έχω εγώ, ελπίζοντας ότι θα έχω κρυφτεί, Τον έστειλαν να βρει εμένα ο
Ανδρέας όμως κρύφτηκε εκείνο το βράδυ {να
πούμε πως ο Ανδρέας είχε και οικογένεια τότε} και καλά έκανε) Βλέποντας να
αργεί πήγαν πήραν τον αδερφό του που ήρθε εκείνη την ώρα και με κατσάδιασε κι
όλας. Βάζοντας το κλειδί στην πόρτα και ανοίγοντας έπεσαν όλοι πάνω μου. Μπήκαν
σαν σίφουνες μέσα και άρχισαν το πλιάτσικο και το σκίσιμο των
φωτογραφιών
και το συνθημάτων στους τοίχους της Λέσχης. Όπως γύρναγαν μέσα στην
στην
αίθουσα άλλος με έσπρωχνε επίτηδες άλλος γιατί τον εμπόδιζα, Ο Φόβος έγινε
τρόμος. εκείνη την ώρα νιώθεις μέσα σε όλο εκείνο το μίσος απροστάτευτο
σπουργίτι με δεκάδες γεράκια πάνω από το κεφάλι σου. Μέσα σε αυτό το τρόμο
ακούω την φωνή το
Διοικητή
Σπύρο Παναγιωτόπουλο και να με
αρπάζει από πίσω, να με σπρώχνει να με
βρίζει
με τις λέξεις Βούλγαρε, Κουμουνιστή, Σλαβομακεδόνα κατέβασε την πινακίδα ρε!
Με
έσπρωξε στον τοίχο, και μου αστράφτει δυο χαστούκια, Ευτυχώς γιατί τα χαστούκια
μου έδειξαν το φόβο, την τρομάρα, και γιγάντωσα τόσο που δεν πίστευα ούτε εγώ
τόση
δύναμη,
τόση αυτοπεποίθηση, τόσο μπόι που το βρήκα αλήθεια; Τα 30 άτομα ήταν κάτι
ασήμαντο τώρα, ψεύτικα, Ο Παναγιωτόπουλος με τράβαγε από την πιτζάμα μου έφυγαν
οι παντούφλες, μα εγώ κοίταζα τους πλιατσικολόγους ειρωνικά,.
Το
βλέμμα του Λυκουργιά διασταυρώθηκε
με το δικό μου και κατάλαβε γιατί γέλαγα, έσχιζαν τα βιβλία που είχαμε και
έβαζαν στις τσέπες τους κάτι δώρα που μας είχαν δώσει οι φυλακισμένοι αγωνιστές
όπως ξύλινα ημερολόγια. ξύλινα σταχτοδοχεία και κάτι τέτοια.
Στον
τοίχο ήταν η φωτογραφία του Γρηγόρη Λαμπράκη που δολοφονήθηκε στην
Θεσσαλονίκη
που την ξέσχισαν σε μικρά, μικρά κομματάκια Υπήρχε η φωτογραφία τοίχο του Πατρίς Λουμούμπα, τον ηγέτη των Μαύρων
που δολοφονήθηκε στην μακρινή πατρίδα του από άλλους δολοφόνους. Ακόμα διάφοραι
συνθήματα όπως, μια Βόμβα Ναπάλμ
χιλιάδες ηλεκτρικές κουζίνες. Αυτά είδε εκείνη την ώρα και ο Λυκουριάς τους βάζει τις φωνές και τις βρισιές και ότι θα βγάλει το πιστόλι και
θα τους σκοτώσει.
Ο
Παναγιωτόπουλος όλη αυτήν την ώρα με τράβαγε από την πιτζάμα και με βρίζει κατέβασε
την πινακίδα Προδότη, Βούλγαρε, Σλαβομακεδόνα. μια απότομη κίνηση με
τράβηξε
απότομα και έσκισε την πιτζάμα μου. Του είπα θα έρθει η ώρα να μου την
μπαλώσεις έγινε θηρίο και θα έτρωγα πολύ ξύλο αν δεν έμπαιναν στην μέση ο Βασίλης Καπερώνης και ο Γιώργος Λυκουργιάς
- Ντροπή κύριε Διοικητά τον
πήραμε με τις πιτζάμες να του κάνουμε τον παλικαρά αφήστε την πινακίδα θα την
κατεβάσουν τα παιδιά που την έχουν τόσο καιρό στο στομάχι. Με άφησε για λίγο όμως
είχαμε έναν κουμπαρά στο γραφείο που ρίχναμε κανένα τάλιρο - δεκάρικο για να
συμπληρώνουμε για το ενοίκιο, που ήταν 400 δραχμές το μήνα και βέβαια, που
πάντα όμως, ήταν λειψό. Αλλά ο Ιάσονας
Τσουμένης δεν μίλαγε. Υπήρχε και ένα συρτάρι που ο Ταμίας το είχε
κλειδωμένο. Μου ζήτησαν να το ανοίξω όμως δεν είχα κλειδί. Δέχτηκα να το
παραβιάσω αλλά έπρεπε να πάω δίπλα στο εργαστήρι μου να πάρω ένα κατσαβίδι.
- Προσέξτε τον φωνάζει ο Παναγιωτόπουλος Τότε ένα θεριό
χωροφύλακα ο Φάνης Ψαρρής προσπαθώντας
όλη την ώρα να δημιουργήσει ψυχολογικό πρόβλημα με την θωριά του, έβαλε τα
χέρια στην μέση του σηκώνοντας το σακάκι του για να φανεί το περίστροφο που
είχε στο ζουνάρι του και κοιτάζοντάς με είπε:
- Άστον κύριε διοικητά, θα
το γεμίσω με μολύβια άμα φύγει
Αφού
άνοιξα το συρτάρι έσπασαν και την πινακίδα σε πολλά κομμάτια μου είπαν φύγε
Όμως θυμήθηκα τις συμβουλές που μου είπαν οι μεγαλύτεροι και τους είπα όπου
πάτε θα έρθω μαζί σας εκτός αν με πάτε στο σπίτι. Καμία εμπιστοσύνη δεν είχα
πια.
Έτσι
με πήρε ο Καπερώνης και πηγαίνοντας για το σπίτι στο δρόμο σε μία πλευρά τοίχου
έγραφε εκλογές και ο Βασίλης μου είπε
- Ωραία γράμματα κάνεις Εγώ
του απάντησα
- Ξέρεις κανένα Λύκο να
τρώει κοντά στην φωλιά του;
Όταν
ξανάφερα τα γεγονότα εκείνης της ημέρας στο μυαλό μου κάπως μου φαίνονταν σαν
όνειρο δεν γίνονται αυτά τα πράγματα, δεν μπορεί να γίνεται τόσο εύκολα
Δικτατορία
Πάνω
απ όλα όμως με πλήγωσε και δεν μπορώ να το ξεχάσω το φέρσιμο το Διοικητή της
Ασφάλειας
τόσο μίσος που το βρήκε, να το βγάλει πάνω μου πρώτη μέρα. Η σκέψη μου
πάει
ή ήταν μυημένος στην Χούντα ή έχασε την ψυχραιμία του, Γιατί δεν ήξερε ούτε και
του ίδιου τη το ξημέρωνε. Πάντως το φέρσιμό του δεν ήταν το πρέπον. Αργότερα
όταν πέταγα την πιτζάμα γιατί μου πέρασε το μίσος, Δεν αξίζει είπα αυτά τα
άτομα δεν έχουν τίποτα το μεγάλο μέσα τους. Για τους χωροφύλακες ούτε τους θυμάμαι
ούτε κράτησα
ποτέ
κακία, διαταγές εκτελούσαν. Και αυτοί που με βοήθησαν εκείνο το βράδυ. Μην
ακούγοντας τις διαταγές του Διοικητή τους φαίνεται ήταν άτομα που σκέφτονταν
πιο ψύχραιμοι και πιο λογικά από τον
Διοικητή τους. Αλλά τα Κόμματα γιατί ποτέ δεν μας είπαν τι είναι η δικτατορία
να έχουμε μια ιδέα; Άφησαν πρώτα να γίνει η δικτατορία.
Η
Απορία μου δεν έχει ακόμα απαντηθεί: Ο Αποστόλης λίγες μέρες αργότερα πιάστηκε
Οι
υπόλοιποι νεολαίοι κουβαλήσαμε τα πράγματα των Γραφείων τις ΕΔΑ στην Ασφάλεια.
τι έγιναν δεν Ξέρω. Για αρκετό καιρό ερχόταν στο εργαστήρι και όσους εύρισκαν
τους καλούσαν πως του θέλει ο Διοικητής
στην Ασφάλεια πήγαιναν τους κράταγαν μία δύο ώρες και τους έδιωχναν. Πολύ συμπολίτες
μας υπέφεραν, είναι και αυτό μία εμπειρία, μια
προίκα
αυτά που σου γράφει η ζωή να ζήσεις: Το σκοτάδι κράτησε 7μιση χρόνια
Μίμης Οικονόμου:

Σάββατο 6 Απριλίου 2019
Τιμή στον ΉΡΩΑ Δημήτρης Ίτσιος του Ευθυμίου
Δημήτρης Ίτσιος του Ευθυμίου
Ήταν 6 του Απρίλη του 1941 5+15
πριν
ακόμα ξημερώσει πριν Ανατείλει ο Απριλιάτικος Ήλιος να διώξει τα σκοτάδια της
νύχτας όταν ένα σύνταγμα των Γερμανών
καταδρομέων της 6ης Ορεινής Μεραρχίας με επικεφαλής τον ίδιο τον διοικητή της
μεραρχίας, στρατηγό Ferdinand Shorner.
εξαπέλυσε επίθεση εναντίον της οροθετικής γραμμής των συνόρων στο όρος
Μπέλες. Πίσω από την Οροθετική γραμμή σε απόσταση 2-3 χιλιομέτρων ήταν τα πολυβολεία
προκάλυψης, στο Πολυβολείο Π8 υπεύθυνος
ήταν ο έφεδρος λοχίας Δημήτριος Ίτσιος
γεννηθείς το 1906 στα Άνω Πορρόια.
Έτσι ο
Ίτσιος μαζί με τους πέντε φαντάρους του αποφάσισε να πολεμήσει καθώς έπρεπε να προστατέψει την υποχώρηση των
Ελλήνων. Και έπρεπε να το κάνει πολεμώντας για να δώσει όσο περισσότερο χρόνο μπορούσε.
Έπειτα θα έπρεπε να φύγει από μέρη που γνώριζε
καλά μια και ήταν από την περιοχή αυτή. Όταν ο εχθρός σχεδόν ξένοιαστος προχωρούσε
προς το π΄έρασμα του πολυβολίου και φθάνοντας σε θέση βολής το πολυβόλο
κροτάλισε και οι πρώτοι Γερμανοί έπεσαν νεκροί. Αμέσως πήραν θέση μάχης αλλά τα
καυτά μολύβια του πολυβόλου τους έφραζαν το δρόμο. Οι Νεκροί Γερμανοί πλήθαιναν
ο Στρατηγός Ferdinand Shorner έδωσε
εντολή το βαρύ πυροβολικό της Μεραρχίας του
που ήταν
στα σύνορα στο μέρος της Βουλγαρίας να χτυπήσει το στόχο καθώς
και στους αεροπόρους των Σούκας να το ισοπεδώσουν
το πολυβολείο.
Ο Λοχίας βλέποντας τις δυσκολίες που θα αντιμετώπιζαν
οι στρατιώτες του
τους έδιωξε, Θα έμεινε μόνος με όσες σφαίρες
είχε ακόμα το πολυβόλο και έπειτα θα παραδίδονταν. Έφυγαν οι τρείς αλλά οι δυο
που ήταν συντοπίτες έμειναν μαζί του μέχρι το τέλος. Το πολυβόλο από την αρχή είχε
33.000 χιλιάδες σφαίρες
και με αυτές αμύνθηκε. Κάθε κράνος των Γερμανών
που γυάλιζε στον Ήλιο, που είχε τώρα ανέβει αρκετά, ήταν και στόχος. Τα μάτια
των αμυνόμενων που ήταν κόκκινα από την αϋπνία όσο περνούσε η ώρα τους έτσουζαν.
Μα ήταν εκεί στο πόστο τους, σαν άλλος Λεωνίδας, σαν άλλος Αθανάσιος Διάκος.
Μετά από πέντε ώρας μάχης το πολυβόλο σταμάτησε το τρελό του κελάηδημα, σίγησε,
Με δυσκολία άνοιξε την πόρτα (που είχε κλείσει από τους άδειους κάλυκες) και
βγήκε έξω να παραδοθεί μαζί με τους δυο συντοπίτες του, που είναι αυτοί που
είπαν τι έγινε.
Η Ανοιξιάτικη πλαγιά είχε γεμίσει νεκρούς Γερμανούς,
232 και μαζί τους ο Συνταγματάρχης Έμπελινγκ που σχεδίασε την επίθεση οι υπόλοιποι έπαθαν ΣΟΚ
Παραδόθηκαν οι υπερασπιστές του Π8 στους Γερμανούς Τρελαμένος ο Στρατηγός Ferdinand Shorner, διατάζει να του φέρουν μπροστά τον Αξιωματικό
Στέκεται μπροστά του ο Λοχίας Δημήτριος Ίτσος, Χαιρετά και αναφέρεται
Ο Στρατηγός γνωρίζοντας καλά Ελληνικά,
του ζητά να του φέρει μπροστά τον αξιωματικό
του.
Απλά ο Λοχίας του Απαντά:
Λοχίας Ίτσιος: Δεν
υπάρχει, εγώ είμαι επικεφαλής
Shorner: Εσύ;
Λοχίας Ίτσιος: Ναι;
Shorner: Συγχαρητήρια,
ζωντάνεψες το πνεύμα των προγόνων σου
Λοχίας Ίτσιος: Έκανα
το καθήκον μου
Σόρνερ: Τώρα
πρέπει να κάνω και εγώ το δικό μου. έχασα 323 άνδρες.
Λοχίας Ίτσος: Την Πατρίδα μου υπερασπιζόμουνα
ο Στρατηγός Ferdinand Shorner: Απόδοση τιμών και εν ψυχρώ εκτέλεση
Και πράγματι έτσι έγινε Έβαλε ένα άγιμα να παρουσιάσουν όπλα
και αφού χαιρέτησαν έβγαλε το περίστροφο και τον
εκτέλεσε ο ίδιος ο στρατηγός
Έτσι έδηξε την Ναζιστική βαρβαρότητα. Όμως εκεί
στον Γαλαξία των Ηρώων μόνο
το άστρο του Δημήτρη Ίτσου το βλαχάκι από τα Άνω
Πορρόια λάμπει και φωτίζει τον Κόσμο
όλο. Αυτά είναι τα παιδιά του Ελληνικού λαού μεγαλωμένα με την ιστορία της
Πατρίδας τους, Μεθυσμένα από τα Ηρωικά δημοτικά μας τραγούδια. Μεγαλουργούν χύνουν
δίχως τσιγκουνιά το αίμα τους το χαλαλίζουν για την γλυκιά τους Πατρίδα την
ξακουστή Ελλάδα μας. Η Ελλάδα ποτέ της δεν έπασχε από Ήρωες που γεννιούνται σαν
τα αγριολούλουδα στον ωραίο μπαξέ της. Η Ελλάδα έπασχε, πάσχει και θα πάσχει
από τους Μέτριους έως ασήμαντους Κυβερνήτες της.
Πήγαμε οι Συνταξιούχοι του ΤΕΒΕ Τρικάλων και προσκυνήσαμε
στην προτομή που είναι στην πλατεία στα Άνω Πορρόια.
Τιμή στα Ελληνόπουλα που για την τιμή της Ελλάδας
κάνουν τα στήθια τους τοίχοι απροσπέλαστοι και την καρδιά τους Κάστρα άπαρτα.
Μίμης Οικονόμου
Δευτέρα 11 Μαρτίου 2019
Η Έξοδος του Μεσολογγίου 9-10 Απρίλη 1826
έρευνα εργασία Μίμη Οικονόμου
Τρικαλινοί αγωνιστές στο Μεσολόγγι
Νικολός Στουρνάρας, Γληγόρης Λιακατάς, Χριστόδουλος Χατζηπέτρος.
Χάθηκαν μόνο στην μάχη του Ντολμά 25-28 Φλεβάρη και στην έξοδο 10-11 Απριλίου 1826
Δύο Στρατηγοί και 189 αξιωματικοί και στρατιώτες Τρικαλινοί
Ο Νικολός Στουρνάρας μαζί με τον γαμπρό του Γρηγόρη Λιακατά με εξακόσιους (600) στρατιώτες (Χωριστά αυτοί που είχαν τα κοπάδια τα υφαντά και οι οικογένειες) Ξεκίνησαν από τον Ασπροπόταμο 10 Νοεμβρίου το 1824 έφτασαν τέλος του ίδιου μηνός στο Μεσολόγγι Όταν είδε τα τοίχοι που προστάτευαν το Μεσολόγγι είπε
Σε τούτο το γελαδομάνδρι θα μείνουμε;
Ο Στουρνάρας κράταγε τον πιο Ανατολικό στη σειρά προμαχώνα τον λεγόμενο Κλείσοβα που αργότερα τον ονόμασαν Κανάρη και ο Γρηγόρης Λιακατάς το Νησάκι του Ντολμά.
Στις 10 του Απρίλη του 1825, ένα χρόνο πριν την έξοδο δηλαδή διορίζεται Φρούραρχος του Μεσολογγίου. Και την πρώτη απόφαση που πήρε έχοντας και την σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής και της Κοινότητας ήταν να βγάλουν έξω τα γυναικόπαιδα
Όταν συμπλήρωσαν τα έργα που θέλανε να κάνουν για να προστατέψουν καλύτερα το Μεσολόγγι τα γυναικόπαιδα ξαναγύρισαν.
Όταν συμπλήρωσαν τα έργα που θέλανε να κάνουν για να προστατέψουν καλύτερα το Μεσολόγγι τα γυναικόπαιδα ξαναγύρισαν.
Ο Γρηγόρης Λιακατάς
Μπήκε στο Μεσολόγγι μαζί με τον πεθερό του τον Νοέμβριο του 1824 Υπερασπίζονταν το νησάκι του Ντολμά. Αφού έπεσε το Βασιλάδι μάζεψε ότι απέμεινε από τις μάχες από αγωνιστές και ήθελαν να μείνουν μαζί του στο Ντολμά και ήταν ίσαμε 350 αγωνιστές
Από αυτούς ο δικός του νταϊφάς ήταν 80 νοματαίοι. ήταν από συγγενείς και τα ανίψια του που δεν τον παράταγαν ποτές Τους μάζεψε λοιπόν και τους μίλησε
Εμείς οι λίγοι όπου βρεθήκαμε εδώ θα βαστάξουμε ετούτη την Ντάπια και αν ο Θεός βοηθήσει και νικήσουμε το νάμι ( η τιμή δηλαδή ) είναι δική μας Αποθυμάτε να μείνουμε και να κρατήσουμε: Αλλιώς να μου το πείτε, να δω τι θα κάνω. Μιντάτι (βοήθεια) το βλέπετε, δεν καρτεράμε από πουθενά. Ο Θανάσης ο ανιψιός του πλούσιος και όμορφος ,σαν το θείο του, και νιόπαντρος. απάντησε Είμαστε άνδρες και όπου και αν πάμε πόλεμο θάχουμε. Αν πάρει το Ντολμά ο οχτρός τι μας χρειάζεται το Αντελικό; Και κει, και δω, πόλεμος και θάνατος. Κάλιο τίμιος θάνατος εδώ, παρά μέσα στο Αντελικό μπερδεμένοι με τις γυναίκες μας. Όλοι λοιπόν αποφάσισαν και δώσανε το λόγω της τιμής τους να μείνουν και να αγωνιστούν. Και έγινε μάχη πολλά μερόνυχτα, γέμισε η Λιμνοθάλασσα κορμιά σφαγμένα. Ο αριθμός όμως των πολεμιστών του Ιμπραήμ ήταν ατέλειωτος και από παντού έπεφταν κανονιές στις 27 Φεβρουαρίου 1826 στο Ντολμά δεν υπήρχε στα χέρια των Ελλήνων από τους 350 στρατιώτες που το υποστήριζαν σώθηκαν μόνο τέσσαρες. Μαζί τους σκοτώθηκε και ο Γρηγόρης Λιακατάς Η δημοτική ποίηση δεν μπορούσε να μην αρπάξει στα φτερά της τον Ηρωικό θάνατο του Λιακατά και να μην τον τραγουδήσει.
του Λιακατά
Με γέλασε μια χαραυγή της νύχτας το φεγγάρι
και βγήκα νύχτα στα βουνά ψηλά στα κορφοβούνια
βρίσκω λημέρια κλέφτικα πολυχορταριασμένα.
Με πήρε το παράπονο τα μάτια μου δακρύζουν.
Εκεί ‘πεσα να κοιμηθώ να πάρω λίγον ύπνο.
Βάζω ντουφέκ’ προσκέφαλο και το σπαθί μου στρώμα.
Ακούω τα πεύκα να βογκούν και τις οξιές να τρίζουν
ακούω και μια πέρδικα που σιγοτραγουδούσε
και καταριόταν τα βουνά μ’ ανθρώπινη λαλίτσα:
Εσείς βουνά του κερατά βουνά τα΄Ασπροποτάμου
τους κλέφτες τι τους κάνατε τον καπετάν Γρηγόρη;
Αυτός πήγε και κλείστηκε στο δόλιο Μεσολόγγι,
μας είπαν πως λαβώθηκε μες το δεξί του μάτι,
μας είπαν πως δεν θα ξαναρθεί δεν θα τον ματαϊδούμε.
Για κλάψτε δένδρα και κλαργιά και σεις κοντοραχούλες
και σεις βουνά κλεφτόβουνα με τις κρύες βρυσούλες
‘ τι χάσαταν την κλεφτουργιά τον Καπετάν Γρηγόρη.
Στις 13 Σεπτεμβρίου 1825 μπήκε στο Μεσολόγγι και ο Χριστόδουλος Χατζηπέτρος με τον Νταϊφά του και εβδομήντα νοματαίους και έπιασε την Ντάπια Δύο Εκκλησιές κοντά στη στέρνα. Στην συνέχεια υπερασπίστηκε την Κλείσοβα στην έξοδο είναι ο μόνος από τους γνωστούς καπετάνιους της περιοχής μας που σώθηκε .Είναι αυτός που μάζεψε το ακέφαλο ασκέρι ή τέλος πάντων από ότι είχε μείνει από τα παλικάρια του Στουρνάρα και τα δικά του
και έκανε ξανά δύναμη πήγε κοντά στον Καραϊσκάκη και πολέμησε υπό τις διαταγές του και στην αγκαλιά του ξεψύχησε ο μεγάλος Καπετάνιος Γιώργος Καραϊσκάκης.
και για αυτόν η Δημοτική ποίηση δεν έμεινε αδιάφορη τον πήρε στα φτερά της
Να πως η λαϊκή μούσα έπλεξε τους στοίχους
Τι σκούζεις μαύρε κόρακα τι σκούζεις και φωνάζεις;
Μήνα διψάς για αίματα μήνα και για κουφάρια;
Έβγα ψηλά στον Κόζιακα, ψηλά στο μοναστήρι
κι’ αγνάντεψε την ποταμιά κατά την Καλαμπάκα
να ιδείς μαυρίλα και καπνό, ν’ ακούσεις πως βροντάνε
τα τόπια των νιζάμιδων, τα Τούρκικα μουσκέτα,
να ακούσεις και τους Έλληνες, να ιδείς το Χατζηπέτρο
πως τρέχουν μέσα στη φωτιά με τα σπαθιά στα χέρια
Καταραχιάς εχούγιαξε ψηλ’ απ’ το μοναστήρι:
-Βάστα Χατζηπετράκη μου να κλείσουμε τους δρόμους
για να τις ξεπατώσουμε τις δώδεκα χιλιάδες.
Πιάνουν χιλιάδες ζωντανούς χιλιάδες θανατώνουν
Και μπιμπασάδες τέσσερις και καλαγάδες έξη.
Ένα χρόνο κλεισμένοι μέσα σε αυτό το Γελαδομάνδρι, τον Φράχτη, κατά τον Ιμπραήμ. Ύφαιναν τον Ήλιο που θα φώτιζε τις καρδιές όλου του ελεύθερου Κόσμου.
Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι θα εμπνεύσουν Συγγραφείς, ποιητές, ζωγράφους θα τους συγκινήσει η θυσία τους και θα γράψουν και θα ζωγραφίσουν και θα σμιλεύουν
Όταν ήρθε η ώρα της εξόδου ο Νότης Μπότσαρης μπήκε στην καλύβα του Στουρνάρα και του είπε, Άντε Νικολό ήρθε η ώρα στο όνομα του Θεού.
- Ο Στουρνάρας του απάντησε να περιμένουμε ως που να φύγουν οι γυναίκες πρώτα.
- Ημείς κινούμε του λέει ο Νότης και όποιος έχει γυναίκα ας φροντίσει πλέον γι’ αυτήν .
Ο Γιάννης Βλαχογιάννης γράφει για τον Στουρνάρα.
Τιμή στο όνομα αυτού του ευγενικού άνδρα που έδωσε την πρώτη θέση στα αδύναμα πλάσματα.
Άλλωστε έτσι χάθηκε προστατεύοντας τα γυναικόπαιδα.
Πριν να φτάσει η ώρα της εξόδου γίνονταν με τους Τούρκους και τους Αραπάδες, όπως τους λέει ο Φωτιάδης, διάφορες συζητήσεις σε μία από αυτές ο Ιμπραήμ ζήτησε να παραδώσουν τα Άρματα μέχρι και τον σουγιά και να φύγουν τότε ο Στουρνάρας τους λέει
Κιότισε ο κερατάς να γυρέψει άρματα; Κάλλιο εδώ να θαφτούμε! Δεν ξέρει πως τα’ άρματα τάχουμε, όσοι είμαστε εδώ, 300 χρόνια στο ζωνάρι μας;
Και όσο το συλλογιζόταν, τόσο ποιο πολύ θύμωνε, παραμίλαγε και έβριζε…
Δεν ξέρουμε πόσοι είχαν μείνει κοντά στο Νικολό Στουρνάρα αγωνιστές πριν την έξοδο γιατί όταν έφυγαν τα αδέλφια του είχαν πάρει μαζί τους αρκετούς του νταϊφά του.
Ξέρουμε όμως πόσοι ήταν όταν ήρθε η ώρα της εξόδου. ο Στουρνάρας είχε 70 στρατιώτες από αυτούς οι 26 ήταν άρρωστοι και πληγωμένοι. και έμειναν κοντά στον Ανεμόμυλο και χάθηκαν στο μακελειό και τη σφαγή που ακολούθησε μετά την πτώση του Μεσολογγίου και την ανατίναξη του Ανεμόμυλου από τον Δεσπότη Ρογών.
Από τους εναπομείναντες 44, γλίτωσαν στην έξοδο μόνο 17. Δηλαδή σύνολο 53 σκοτώθηκε και ο ίδιος ο Καπετάνιος τους ο Στρατηγός Νικολός Στουρνάρας.
Από τους στρατιώτες του Χριστόδουλο Χατζηπέτρο από του 76 που είχε και προσπάθησαν να φύγουν στην έξοδο γλίτωσαν 17-20 άρα χάθηκαν σίγουρα 56.
Από το νταϊφά του Γρηγόρη Λιακατά από τους 80 που είχε δεν έζησε κανένας και σκοτώθηκε και ο ίδιος ο Γρηγόρης Λιακατάς, στην μάχη του Ντολμά
Για τον Στουρνάρα και τον Λιακατά γράφτηκαν και άλλα τραγούδια όπως το παρακάτω.
Στουρνάρα και Λιακατά λαϊκή μούσα
Ποιος θέλ’ ν’ ακούσει κλάματα
δάκρυα και μοιρολόγια΄,
να διαβεί απ΄ τον κάλαμο
την μέση από του Βασιάρη,
ν’ ακούσ’ τις Καπετάνισσες
όλού τ' Ασπροποτάμου, που κλαίνε
για τους Άνδρες τους, για τους Καπεταναίους
Στο Περιγιάλι κάθονται
τα Πέλαγα αγναντεύουν,
βλέπουν καράβια πούρχονται΄
καράβια π’ αρμενίζουν
κι’ όλο συχνά τα ρώταγαν,
συχνά τα εξετάζουν.
Καράβια τι εμάθατε από το Μεσολόγγι,
που πολεμούν οι Έλληνες κι’ αυτοί οι Στουρναραίοι
Ειν' τα μαντάτα μας πικρά
δεν είναι να τα πούμε.
Ο Λιακατάς σκοτώθηκε
εις του Ντολμά τη μάχη
κι’ ο Νικολός με το Γιαννιό
μέσα στο Μεσολόγγι.
(βέβαια ο Νικολός και ο Γιαννιός σκοτώθηκαν στην έξοδο)
Ακόμα και το τραγούδι παιδιά της Σαμαρίνας θα μπορούσε να μνημονεύει τα παιδιά του Ασπροποτάμου και αυτό το τραγούδι για τους θυσιασθέντες στο Μεσολόγγι είναι.
Για τον Γρηγόρη Λιακατά υπάρχει τραγούδι τραγουδισμένο από τον Γιώργο Παπασιδέρη ηχογραφημένο το 1934 σε κλέφτικο ρυθμό.
Ο Λιακατάς
Χρυσός Αϊτός τριγύριζε ψηλά στο Μεσολόγγι
Ρωτάει στη Ντάπια του Μακρή
Ορέ ρωτάει στη Ντάπια του Μακρή, ορέ στη Ντάπια του Δεσπότη
Μην είδατε τον Λιακατά
Ορέ μην είδατε το Λιακατά τον καπετάν Γρηγόρη
σύρε Αϊτέ μ’ στο Αιτωλικό.
Έρευνα εργασία Μίμη Οικονόμου
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









